νυκτόβιος Save LSJ Bailly 2024 Pape νυκτό-βῐος, ον, paraphr. of νυκτίρεμβος, Procl. Par. Ptol. 226. νυκτό·βιος, ος, ον, c. νυκτερόβιος, Procl. Ptol. p. 226. νυκτόβιος, = νυκτερόβιος, Procl. paraphr. Ptolem.