νύκτιος
νύκτιος, nightly
νύκτιος, α, ον, (νύξ)
- of the night, θήρ AP 6.221 (Leon.).
νύκτιος, α, ον, nocturne, Anth. 6, 221.
Étym. νύξ.
νύκτιος, nächtlich, θήρ, Leonid. Al. 12 (VI.221).
νύκτιος, α, ον
νύξ
- nightly, Anth.