Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πάρο
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παρμένω
Παρμένων
πάρμη
Πάρμις
Παρμῖται
παρμόνιμος
πάρμονος
παρμονώτερος
Πάρμυς
Παρνασιάς
Παρνάσιος
Παρνασίς
Παρνασός
Παρνάσσιος
Παρνασσίς
Παρνασσός
Παρνήθιος
Πάρνης
Παρνησιάς
Παρνησίς
Παρνησόνδε
Παρνησός
Παρνησσίς
Πάρνοι
Παρνόπιος
Παρνόπιος Ἀπόλλων
πάρνοψ
Πάρνων
παρξοά
παρό
πάρο
παρόα
παρογκόομαι
παροδεία
παροδέομαι
παροδεύσιμος
παρόδευσις
παροδευτικός
παροδεύω
παροδηγέω
παροδία
παροδικός
παροδικῶς
παρόδιος
παροδίτης
παροδῖτις
παροδοιπορέω
παροδοιπόρος
παροδοποιέω
πάροδος
παροδοῦμαι
παροδύρομαι
παροδώτης
παροίγνυμι
παροίγω
παροιδαίνω
παροιδέω
παροίδησις
παροιδίσκομαι
παροιδίσκω
πάροιθ
…
πάρο
Save
Grieks Nederlands
πάρο
Aeol.
voor
πάρεστι, zie 1. πάρειμι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}