πάχυσμα
πάχυσμα, thickening
πάχ-υσμα [ᾰ], ατος, τό,
- thickening, Aët. 1.59.
- II metaph., τὰς μερικὰς ψυχὰς ἀπὸ τῶν π. χωρίζων τῆς ὕλης Procl. in Cra. p.101 P.