παλινδίωξις
παλινδίωξις, pursuit in turn
πᾰλιν-δίωξις [δῐ], εως, ἡ,
- = παλίωξις, App. Pun. 46, D.C. 74.6.
παλιν·δίωξις, εως (ἡ) [ᾰ] c. παλίωξις, App. Lib. 46.
παλινδίωξις, ἡ, = παλίωξις, App. Pun. 46.