πανθέλκτειρα
πανθέλκτειρα, charmer of all
παν-θέλκτειρα, ἡ,
- charmer of all, Simon. 183.1.
παν·θέλκτειρα, ας, adj. f. c. le préc. Anth. 7, 24.
πανθέλκτειρα, ἡμερίς, ἡ, die Alles bezaubernde, Simonds. 48 (VII.24).