Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παράσυρμα
παράσυρμα, excoriation
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παρασυζεύγνυμι
παρασυκοφαντέω
παρασυλάω
παρασυλλέγομαι
παρασυλλογιστικός
παρασυμβάλλομαι
παρασυμβάλλω
παρασύμβαμα
παρασυμβουλεύω
παρασύμπτωμα
παρασυνάγχη
παρασυνάγω
παρασυναγωγή
παρασύναξις
παρασυναπτικός
παρασυναπτικὸς σύνδεσμος
παρασυνάπτομαι
παρασυνάπτω
παρασυνεργός
παρασύνεσις
παρασυνήθης
παρασυνήθως
παρασύνθεσις
παρασύνθετος
παρασυνθέτως
παρασυνθεωρέω
παρασύνθημα
παρασυνίσταμαι
παράσυρα
παρασυρίζω
παράσυρμα
παρασύρω
παρασφαγίς
παρασφάζω
παρασφαλής
παρασφαλίζω
παρασφάλισμα
παρασφάλλω
παρασφηκόω
παρασφήνιον
παρασφηνόω
παρασφίγγω
παρασφραγίζομαι
παρασφραγίζω
παρασφράγισις
παρασφραγισμός
παρασφύριος
παράσφυρος
παρασχάζω
παρασχεδιάζω
παρασχεδόν
παρασχεθεῖν
παρασχέθω
παρασχεῖν
παρασχέμεν
παράσχεσις
παρασχετέον
παρασχετέος
παρασχηματιαῖον
παρασχηματίζω
παρασχηματισμός
…
παράσυρμα
Save
παράσυρμα, excoriation
LSJ
παρά-συρμα, ατος, τό,
excoriation,
Paul.Aeg.
4.14 (pl.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}