Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παραστήκω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παρασπορά
παρᾶσσον
παραστάδιον
παρασταδόν
παραστάζω
παρασταθμίδες
παρασταθμίζω
παράσταθμον
παράσταθμος
παρασταίης
παράσταμα
παραστάνω
παραστάς
παραστάσιμος
παράστασις
παραστάτας
παραστατέον
παραστατέω
παραστάτης
παραστατικός
παραστατικῶς
παραστάτις
παρασταυρόω
παραστεγάζω
παραστέγη
παραστείχω
παραστέλλω
παράστεμα
παραστενάχομαι
παραστενάχω
παραστήκω
παραστήλη
παράστημα
παραστήσεσθαι
παραστίζω
παραστίλβω
παραστιχίδιον
παραστιχίς
παραστολεύς
παραστομόω
παραστορέννυμι
παραστόρνυμι
παραστοχάζομαι
παράστραβος
παραστρατεύομαι
παραστρατηγέω
παραστρατηγία
παραστρατοπεδεύω
παράστρεμμα
παραστρέφω
παραστρόγγυλος
παραστροφή
παραστροφίς
παραστρώννυμι
παραστρωφάω
παραστύφω
παρασυγγραφέω
παρασυγγραφή
παρασυγχέω
παρασυγχωρέω
παρασυζεύγνυμι
…
παραστήκω
Save
LSJ
παραστήκω,
= παρίσταμαι,
LXX
Nu.
7.2, v.l. in
Jd.
3.19.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}