παρισότης
παρισότης, approximation
παρῐσ-ότης, ητος, ἡ,
- approximation to a limit, Dioph. 5.17.
παρισότης, ητος (ἡ) égalité, Diophant. Arithm. 5, 17, p. 237.
Étym. πάρισος.
παρισότης, ητος, ἡ, Gleichheit, Sp.