Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παρόλκημα
παρόλκημα, towing
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παροινέω
παροίνημα
παροινία
παροινιάζω
παροινικός
παροίνιος
πάροινος
παροινοχοέω
πάροιος
παροισθείς
παροιστράω
παροίστρησις
παροιστρίζω
πάροιστρος
παροίτατος
παροίτερος
παροιτέρω
παροίχησις
παροιχνεύω
παροιχνέω
παροίχομαι
παροκλάζω
παροκωχή
παρολιγωρέω
παρολιγωρητέον
παρολισθαίνω
παρολισθάνω
παρολίσθημα
παρολίσθησις
παρολκή
παρόλκημα
πάρολκος
παρόλου
παρομαρτέω
παρομήρειος
παρομοιάζω
παρομοίϊος
παρόμοιος
παρομοιόω
παρομοίως
παρομοίωσις
παρομολογέω
παρομολογία
παρόμφημα
παρόν
παρονειδίζω
παρονομάζω
παρονομασία
παρονοματοποιέω
παροξίζω
παροξίς
παροξυντέον
παροξυντής
παροξυντικός
παροξυντικῶς
παροξύνω
πάροξυς
παροξυσμός
παροξυτονέω
παροξυτόνησις
παροξύτονησις
…
παρόλκημα
Save
παρόλκημα, towing
LSJ
παρόλκ-ημα, ατος, τό,
towing
of vessels,
Ostr.
1153 (pl.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}