παταγή
παταγή, clapping
πᾰτᾰγ-ή, ἡ,
- = πάταγος, D.P. 574; χειρὸς παταγῇ clapping, Longus 1.22 (v.l. χειροπλατάγῃ).
παταγή, ῆς [ᾰᾰ] c. πάταγος, Lgs 1, 22 ; DP. 574.
παταγή, ἡ, = πάταγος, χειρός, das Händeklatschen, Sp., wie Long. 1.22.