παχύθριξ
παχύθριξ, with thick hair
πᾰχύ-θριξ, ὁ, ἡ, gen. τρῐχος,
- with thick hair: Comp. -τριχώτερος Arist. GA 782b5.
παχύ·θριξ, gén. -τριχος (ὁ, ἡ) [ᾰῐχ] aux cheveux épais ou au poil touffu, Arstt. G.A. 5, 3, 10, au cp. -τριχώτερος.
Étym. π. θρίξ.
παχύθριξ, τριχος, dickhaarig, Arist. gen. anim. 5.3.