πεμματουργός
πεμματουργός, pastrycook
πεμμᾰτουργός, ὁ,
- pastrycook, Luc. Sat. 13.
πεμματουργός, οῦ (ὁ) [ᾰ] pâtissier, Luc. Cron. 13.
Étym. π. ἔργον.
πεμματουργός, ὁ, Kuchenbäcker, Luc. Cronos. 13.