About Report a problem

Menu

πενθετηρικός

πενθετηρ-ικός, ή, όν,
  • = πεντετηρικός: neut. -κόν, τό, = πεντετηρίς II, SIG 577.70 (Milet., iii/ii B. C.), PGrad. 6.7 (iii B. C.).

Saved

Recent