πεντάκοινον Save LSJ Bailly 2024 Pape πεντά-κοινον, τό, = πεντέφυλλον, Ps.-Dsc. 4.42, Gloss. πεντάκοινον, ου (τὸ) sorte de plante, Diosc. πεντάκοινον, τό, ein Kraut, Diosc.