πεντηκονταρχέω
πεντηκονταρχέω, to be πεντηκόνταρχος
πεντηκονταρχ-έω,
- to be πεντηκόνταρχος, D. 50.25.
πεντηκονταρχέω-ῶ, être πεντηκόνταρχος, Dém. 1215, 1.
πεντηκονταρχέω, ein πεντηκόνταρχος sein, Dem. 50.25.
πεντηκονταρχέω,
fut. -ήσω
- to be a πεντηκόνταρχος, Dem.