περίνοος
περίνοος, very intelligent
περίνοος, ον, contr. περίνους, ουν, (νοέω)
- very intelligent: Sup. περινούστατος S.E. M. 7.326.
περί·νοος-ους, οος-ους, οον-ουν, au sup. -ούστατος, très prudent, habile, Sext. M. 7, 326.
Étym. π. νόος.
περίνοος, zsgzn περίνους, umsichtig, klug, περινούστατοι S.Emp. adv.log. 1.326.