περικαλαμῖτις Save LSJ Bailly 2024 περικᾰλᾰμῖτις, ιδος, ἡ, = φλοιὸς καλάμου, Gal. 12.422. περι·καλαμῖτις, ιδος (ἡ) [ᾰᾰῑῐδ] écorce de roseau, Gal. 13, 334. Étym. π. κάλαμος.