περιπολεύω
περιπολ-εύω,
- later form for sq., [Ἥλιον] περιπολεύοντα τὸν κόσμον Phylarch. 25 J. (v.l.); ἄλγη περιπολεύοντα Sch. Nic. Al. 339.
περι·πολεύω, c. le suiv. Ath. 693f.
περιπολεύω, = περιπολέω, Hesych.