περονίς
περονίς, pin, bolt; brooch, buckle
περον-ίς, ίδος, ἡ,
- = περόνη, S. Tr. 925, IG ΙΙ(2).219 A 35 (Delos, iii B. C.), CPR 12.4 (i A. D.).
περονίς, ίδος (ἡ) [ῐ] c. περόνη, Soph. Tr. 925.
περονίς, ἡ, = περόνη, Soph. Trach. 921, χρυσήλατος.
περονίς, ίδος, ἡ,
= περόνη, Soph.