πισσουργεῖον Save Bailly 2024 Pape *πισσουργεῖον, seul. att. πιττουργεῖον, ου (τὸ) lieu où l’on prépare la poix, Str. 218. Étym. πίσσα, ἔργον. πισσουργεῖον, τό, = πισσούργιον.