Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πιστικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πισσουργέομαι
πισσουργέω
πισσουργία
πισσούργιον
πισσουργός
πισσόχριστος
πισσόω
πισσυγγ
πίσσυγγος
πισσώδης
πίσσωσις
πισσωτέον
πισσωτής
πισσωτός
πιστάκη
πιστάκια
πιστάκιον
πίστευμα
πίστευσις
πιστευτέον
πιστευτικός
πιστευτικῶς
πιστευτός
πιστεύω
πιστήρ
πιστήριον
Πιστίας
πιστιεπαγγελτής
πιστικελευστής
πιστικός
πιστικῶς
πίστιον
Πίστιος
Πίστιος Ζεύς
πίστις
πιστοΐασπις
πιστολέτης
πιστολογευτής
πιστόν
Πιστόξενος
πιστοποιέω
πιστοποίησις
πιστοποιός
πιστοπορθής
πιστός
πιστόσυνος
πιστότης
πιστόφρων
πιστοφύλαξ
πιστόω
πίστρα
πίστρις
πίστρον
Πίστυρος
πίστωμα
πιστῶς
πίστωσις
πιστωτέος
πιστωτής
πιστωτικός
πισύγγιον
…
πιστικῶς
Save
Bailly 2024
πιστικῶς,
adv.
fidèlement,
Plut.
Pel.
8
(
πιστικός 1
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}