Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πιττωτός
Bailly 2024
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Πιτθηΐς
πίτναμι
πιτνάω
πιτνέω
πίτνημι
πίτνω
πίττα
Πιττάκειος
πιττακιάρχης
πιττακίδιον
πιττακίζω
πιττάκιον
Πιττακός
Πιττάλακος
Πίτταλος
πίτταξις
πίτταξυς
πιττάσφαλτος
πιττεύω
πίττινος
πιττοκαυτέω
πιττοκοπέω
πιττοκοπίη
πιττουργεῖον
πιττουργέω
πιττουργός
πιττόω
πιττώδης
πίττωσις
πιττωτής
πιττωτός
πιτύα
Πιτύα
Πιτύας
πιτυδάνη
πιτύδιον
Πιτύεια
Πιτύη
πιτύινος
πιτύϊνος
πιτυΐς
πιτυκάμπτης
πιτυλεύω
πιτυλίζω
πιτύλισμα
πίτυλος
πιτύνη
πιτυόεις
Πιτυόεσσα
Πιτυοεσσηνοί
πιτυοκάμπη
πιτυοκάμπτης
πιτυοτρόφος
πιτυοῦς
Πιτυοῦς
πιτυοῦσσα
Πιτυοῦσσα
Πιτυοῦσσαι
πιτυρηνός
πιτυρίας
πιτυρίασις
…
πιττωτός
Save
Bailly 2024
Pape
πιττωτός,
v.
*
πισσωτός
.
πιττωτός
, att. statt πισσωτός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}