Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πιόω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πίνυσις
πινύσκω
πινύσσω
πινυτή
πινυτής
πινυτός
Πινυτός
πινυτότης
πινυτόφρων
πινυτῶς
πινύω
πίνω
πινώδης
πινωδία
πίνωσις
πινώτιον
Πιξώδαρος
Πιξώδωρος
πιοειδής
πίομαι
πῖον
πίον
Πιονίαι
πιόνομος
πῖος
Πίος
πιότατος
πιοτέρως
πιότης
πιόφυλλος
πιόω
πίπα
πιπαλίς
πιπεράδιον
πιπεράς
πίπερι
πιπέριον
πιπερίς
πιπερόπαστον
πιπεροτριβεύς
πιπίζω
πιπίσκω
πιπλάς
πιπλάω
πίπλημι
πίπλω
πίπον
πῖπος
πίπος
πιππίζω
πίππος
πίπρα
πιπράσκω
πιπράω
πίπρημι
πιπρήσκω
πιπτακάριος
πιπτέον
πίπτω
πιπώ
Πιραεῖς
…
πιόω
Save
Bailly 2024
πιόω-ῶ
[
ῑ
] rendre gras,
au pass.
devenir gras,
Es.
420 Korais
.
Étym.
πίων
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}