πλατύσαρκος
πλατύσαρκος, broad-fleshed
πλᾰτύ-σαρκος [ῠ], ον,
- broad-fleshed, στῆθος Polem.Phgn. 42.
πλατύ·σαρκος, ος, ον [ᾰῠ] à la chair épaisse, charnu, Polém. 270 dout.
Étym. πλατύς, σάρξ.