πλευρωνία Save LSJ Bailly 2024 πλευρ-ωνία, ἡ, dub. sens. in Them. in PN 11.24, Mich. in PN 25.20 (perh. Πλευρωνία). πλευρωνία, ας (ἡ) c. πλευρῖτις, Thém.