Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πλουμάρισις
πλουμάρισις, embroidery
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλοκαμίς
πλόκαμον
πλόκαμος
πλοκαμώδεα
πλόκανον
πλοκαρικός
πλοκάριος
πλοκάρισις
πλοκάς
πλοκᾶτος
πλοκερός
πλοκεύς
πλοκή
πλοκίζομαι
πλοκίζω
πλόκιμος
πλόκιον
πλόκιος
πλόκος
πλόμενος
πλομίζω
πλόμος
πλόος
πλός
πλουᾶται
πλουδοκέω
πλουθυγίεια
πλουμάκιον
πλουμαρικός
πλουμάριος
πλουμάρισις
πλουμᾶτος
πλουμίον
πλοῦς
πλουσιάζω
πλουσιακός
πλουσιάω
πλουσιόδωρος
πλουσιομαχέω
πλούσιον
πλουσιόρους
πλούσιος
πλουσιότης
πλουσιοϋφής
πλουσιόχειρ
πλουσιόψυχος
πλουσίως
πλουταγαθής
πλουτακαδήμεια
πλούταξ
Πλουτάρχειος
πλούταρχος
Πλούταρχος
Πλουτεύς
πλουτέω
Πλουτῆος
πλουτηρός
πλουτητέον
πλουτητέος
πλουτίζω
πλουτίνδην
…
πλουμάρισις
Save
πλουμάρισις, embroidery
LSJ
πλουμ-άρισις, εως, ἡ,
embroidery,
Edict.Diocl.
19.6,25.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}