πλουτοποιός
πλουτοποιός, wealth-creating
πλουτο-ποιός, όν,
- wealth-creating, τέχνη, ἀδικία, χρῆμα, Plu. Num. 16, Superst. 2.165a, Poll. 3.110, cf. Vett.Val. 16.20.
πλουτο·ποιός, ός, όν, qui enrichit, Plut. Num. 16, etc.
Étym. πλ. ποιέω.
πλουτοποιός, Reichtum machend, reich machend ; Plut. Num. 16 u. öfter ; ἀδικία, superstit. 1 ; Poll. 3.22.
πλουτοποιός
πλουτο-ποιός, όν
- wealth-creating, Plut.