ποδαγρός
ποδαγρός, gouty
ποδαγρ-ός, όν, = foreg., AP 5.38 (Nicarch.), Luc. Sat. 7, Man. 4.501.
ποδαγρός, ός, όν [ᾰ] c. le préc. Luc. Sat. 7 ; Anth. 5, 39.
ποδαγρός, = ποδαγρικός, Luc. Saturn. 7 u. öfter.
ποδαγρός, gouty