πολυέψητος
πολυέψητος, much
πολυ-έψητος, ον,
- much or well boiled, Sch. Nic. Al. 130 (Stud.Ilal. 12.340).
πολυέψητος, sehr gekocht, Schol. Nic. Al. 134.
πολυέψητος, much