πολυπόδειος
πολυπόδειος, of a poulp
πολῠπόδ-ειος, ον,
- of a poulp, κρέα Poll. 6.33, 47; πολυπόδειον (sc. κρέας), τό, Theopomp.Com. 6 (πουλ-), Philyll. 13, Mnesim. 4.43 (anap.), etc.
πολυπόδειος, ion. πουλυπόδειος, ος, ον [ῠ] de polype ; τὸ πουλυπόδειον, Anaxandr. (Com. fr. 3, 184) ; Thpp. com. 2, 794, etc. chair du polype, ou, sel. d’autres, petit polype.
Étym. πολύπους.
πολυπόδειος, vom Polypen, Poll. 6.33, 47.