πολύμακαρ
πολύμακαρ, most blissful
πολύ-μᾰκᾰρ, ᾰρος, ὁ, ἡ,
- most blissful, Eust. 1542.19.
πολύμακαρ, ὁ, ἡ, sehr glückselig, VLL.
πολύμακαρ
πολύμᾰκᾰρ, ᾰρος, ὁ, ἡ,
- most blissful or happy, Eust.