πολύφαμος
πολύ-φᾱμος, ον, Dor. for πολύφημος (q.v.).
πολύ·φαμος, v. πολύφημος.
πολύφαμος, [ᾱ], dor. statt πολύφημος ; θρῆνος, Pind. I. 7.58 ; Theocr. 6.6.
πολῠφᾱμος
- 1of many voices ἐπὶ θρῆνόν τε πολύφαμον ἔχεαν (contra Σ, πολυθρύλλητον) I. 8.58
πολύφαμος
πολύφᾱμος, ον,
Doric for πολύφημος.