πονηροκρατία
πονηροκρατία, government of the bad
πονηρο-κρᾰτία, ἡ,
- government by the πονηροί III, D.H. 8.5.5.
πονηρο·κρατία, ας (ἡ) [ρᾰ] domination des méchants, DH. 8, 5.
Étym. π. κράτος.
πονηροκρατία, ἡ, die Herrschaft schlechter Menschen, Dion.Hal. 8.5, 31.
πονηροκρατία
πονηροκρᾰτία, ἡ,
- government of the bad, Arist.