ποτνιασμός
ποτνιασμός, lamentation
ποτνι-ασμός, ὁ, = foreg., of women, Str. 7.3.4 (pl.).
ποτνιασμός, οῦ (ὁ) prière, invocation, Str. 297.
Étym. ποτνιάομαι.
ποτνιασμός, ὁ, = ποτνίασις, Anrufen der Götter, Strab. 7.3.4.
ποτνιασμός
from ποτνιάομαι
ποτνιασμός, οῦ, ὁ,
- lamentation, Strab.