Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πουράγγιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πουλυμανής
πουλυμέδιμνος
πουλυμεθεῖς
πουλυμεθής
πουλυμέλαθρος
πουλυμερής
πουλυμιγής
Πουλυνόη
πουλυόδους
πουλυπαθές
πουλυπέλεθρος
πουλυπλάνητος
πουλυπόδειον
πουλυπόδειος
πουλυπόδης
πουλύπος
πουλυπότης
πουλύπους
πουλύς
πουλυσέβαστος
πουλυτενής
Πουλυτίων
πουλύχροος
Ποῦλχερ
Ποῦλχρα
πουμμά
πουνιάζω
Πούπιος
Πούπλιος
ποῦπος
πουράγγιον
πούρδαιν
πούρδαλον
πούρδανον
πουρέακος
πουρεινίς
πούριον
ποῦρος
πουροφόρος
πούς
ποῦς
ποῦσκα
πούστακος
ποῦτριν
ποῶ
ποώδης
πρᾶγμα
πραγματᾶς
πραγματεία
πραγματειώδης
πραγματεραστής
πραγμάτευμα
πραγματεύομαι
πραγματευτέον
πραγματευτέος
πραγματευτής
πραγματευτικός
πραγματία
πραγματίας
πραγματίη
πραγματικός
…
πουράγγιον
Save
LSJ
πουράγγιον, τό, name of a plant,
Ruf.
Fr.
80.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}