προαναβάλλομαι
προαναβάλλομαι, to say or sing by way of prelude
προανα-βάλλομαι, Med.,
- say or sing by way of prelude, Ar. Pax 1267, Isoc. 12.39.
προ·αναβάλλομαι, préluder, Ar. Pax 1267 ; fig. Isocr. 240d.
προαναβάλλομαι, (βάλλω), als Vorspiel oder im Vorspiel sagen ; ἵνα ἅττʼ ᾄσεται προαναβάληται, Ar. Pax 1267 ; ὥσπερ χορὸς πρὸ τοῦ ἀγῶνος προαναβαλέσθαι, Isocr. 12.39.
προαναβάλλομαι
aor2 -εβαλόμην
- Mid. to say or sing by way of prelude, Ar.