προαναφθέγγομαι
προαναφθέγγομαι, say by way of preface
προανα-φθέγγομαι,
- say by way of preface, Ph. 1.680.
προ·αναφθέγγομαι, déclarer auparavant, Phil. 1, 680.
προαναφθέγγομαι, say by way of preface