προασπιστήρ
προασπιστήρ, one who holds a shield before, champion
προασπ-ιστήρ, ῆρος, ὁ,
- one who holds a shield before, champion, τινος Nonn. D. 20.50.
προασπιστήρ, ῆρος (ὁ) c. le suiv. Nonn. D. 20, 50.
προασπιστήρ, ῆρος, ὁ, Vorfechter, Nonn.