προαφηγέομαι
προαφηγέομαι, to relate before
προαφ-ηγέομαι, Ion. προαπηγ-,
- relate before, τὴν συμφορήν Hdt. 3.138, cf. PMasp. 89.24 (vi A.D.).
προ·αφηγέομαι-οῦμαι, exposer auparavant, Syn. Ep. 66 ||
➳ Moy. προαπηγέομαι, Hdt. 3, 138.
προαφηγέομαι, ion. προαπηγέομαι, dep. med., vorher erzählen, Her. 3.138 u. Sp., wie Synes.
προαφηγέομαι
Ionic προ-απηγ
fut. ήσομαι
- Dep. to relate before, Hdt.