προδιαγωνίζομαι
προδιαγωνίζομαι, contend previously
προδιᾰγων-ίζομαι,
- contend previously, πρός τινα D.S. 31.8.
προ·διαγωνίζομαι [ᾰγ] combattre d’abord ou d’avance, avec πρός et l’acc. DS. Exc. 518, 14.
προδιαγωνίζομαι, dep. med., vorher durchkämpfen, πρός τινα, DS. exc. p. 581.14.