προεδρεία Save Bailly 2024 Pape προεδρεία, ας (ἡ) présidence, préséance, Pol. 2, 56, 15, vulg. προεδρία. Étym. προεδρεύω. προεδρεία, ἡ, das Amt od. Geschäft, die Ehre des πρόεδρος ; προεδρείας τυγχάνει παρὰ πᾶσι, Pol. 2.56.15 ; Luc. iud. voc. 5. S. προεδρία.