προφασιστικός
προφασιστικός, reproachful
προφᾰσ-ιστικός, ή, όν,
- reproachful, LXX De. 22.14, 17; εὑρεσιλογίαι Ph. 2.448.
προφασιστικός, ή, όν [ᾰ] qui sert de prétexte ou d’excuse, Spt. Deut. 22, 14.
Étym. προφασίζομαι.
προφασιστικός, ή, όν, zum Vorwande dienend, LXX.