Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προϊλάσκω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προϊδρόω
προϊδρύω
προϊδών
προΐειν
προϊεράομαι
προϊερατεύω
προϊζάνω
προΐζομαι
προΐζω
προΐημι
προῖκα
προίκειος
προϊκετεύω
προικίδιον
προικίδιος
προικίζω
προικιμαῖος
προίκιος
προϊκνέομαι
προικοδότης
Προικοννήσιος
Προικόννησος
προικός
προικοφορέομαι
προικοφορέω
προικοφόρος
προΐκτης
προΐκω
προικῷος
προϊλάσκομαι
προϊλάσκω
πρόϊμος
προίξ
προΐξ
πρόϊξις
πρόϊος
προϊππάζομαι
προϊππασία
προϊππεύω
προΐπταμαι
προΐσσομαι
προΐσσω
προΐστημι
προϊστορέω
προΐστωρ
προϊσχάνω
προϊσχναίνω
προΐσχω
προϊτέον
προϊτητικός
Προιτίδες
Προιτίδης
Προιτίς
προῖτος
Προῖτος
προϊχνεύω
προΐωξις
πρόκα
προκαδδικάζομαι
προκαθαγέτις
προκαθαιρέω
…
προϊλάσκω
Save
Pape
προϊλάσκω
, (ἱλάσκομαι),
vorher versöhnen, sich geneigt machen
, Paus. 5.13.4.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}