πρόσδεγμα
πρόσδεγμα, a reception
πρόσδεγμα, ατος, τό,
- reception, τὰ τῆς ξένης προσδέγματα S. Tr. 628.
πρόσδεγμα, ατος (τὸ) réception, accueil, Soph. Tr. 628.
Étym. προσδέχομαι.
πρόσδεγμα, τό, Aufnahme, Soph. Tr. 628, οἶσθα τὰ τῆς ξένης ὁρῶν προσδέγματʼ αὐτὴν ὡς ἐδεξάμην φίλως.
πρόσδεγμα, ατος, τό,
προσδέχομαι
- a reception, Soph.