πυλαϊκός
πυλαϊκός, silly
πῠλᾱϊκός, ή, όν,
- silly, ὀχλαγωγία Plu. Pyrrh. 29.
πυλαϊκός, possenhaft, ὀχλαγωγία Plut. Pyrrh. 29.
πυλαϊκός
from Πῠλαία
πῠλᾱϊκός, ή, όν
- jesting, silly, Plut.