πυροπίπης
πυροπίπης, grain-ogler
πῡροπίπης [ῑ], ου, ὁ, (ὀπιπεύω)
- corn-ogler, Com. word for σιτοφύλαξ, Ar. Eq. 407 (cf. Sch. ad loc., Suid. s.v. πυροπίπας), Cratin. 340.
πυρ·οπίπης, ου (ὁ) [ῡῑ] qui veille au blé, Crat. (Com. fr. 2, 222) ; Ar. Eq. 407.
Étym. πυρός, ὀπιπτεύω.
πυροπίπης, ὁ, s. πυρροπίπης.