πωλύπιον Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands πωλύπιον, τό, Dim. of πώλυπος, Hp. Epid. 2.6.29. πωλύπιον, ου (τὸ) dim. de πώλυπος, Hpc. 1056e. πωλύπιον -ου, τό, demin. van πώλυπος, poliepje.