πώτημα
πώτ-ημα, v. πότημα (A).
πώτημα, ατος (τὸ) vol, essor, Eschl. Eum. 250 au plur.
Étym. πωτάομαι.
πώτημα, τό, Flug, ὑπέρ τε πόντον ἀπτέροις πωτήμασιν ἦλθον, Aesch. Eum. 241.
πώτημα, ατος, τό,
v. πότημα.