σάλα
σάλα,
- v. σάλη. σαλαβάρ· μάγειρος (Lacon.), Hsch. σαλάβη, ἡ, v. σαλάμβη; also σάλαβος, Id.
σάλα, v. *σάλη.
σάλα, ἡ, Erschütterung, Unruhe, Sorge, Aesch. frg. 432. S. σάλος.